Ιστορία

Προϊστορία και Πρωτοϊστορία

Η ευρύτερη περιοχή της Σπάρτης, όπως και ολόκληρη η Λακωνία, έχει κατοικηθεί από τη νεολιθική εποχή (6000 - 3000π.Χ.). Πρώτος κάτοικος είναι οι Πελασγοί, που ειδικότερα στην περιοχή της Σπάρτης λέγονται Λέλεγες, από τον πρώτο μυθικό βασιλιά Λέλεγα.

Ονόματα, όπως Λήδα, Ελένη είναι μακρινές αναμνήσεις θεοτήτων της γονιμότητας και εικόνες διεργασιών του υποσυνειδήτου ή είναι αποκρυσταλλώσεις γεωλογικών μεταβολών και κοινωνικής δραστηριότητας, όπως είναι τα ονόματα Ευρώτας, Μύλης κα. Ο Ευρώτας, μυθικό πρόσωπο, άνοιξε τη φυσική δίοδο, ώστε να χάνονται τα λιμνάζοντα νερά από τη Λακεδαίμονα στη θάλασσα. Ο Μύλης εξάλλου είναι αυτός που ανακάλυψε το μύλο και ο πρώτος που άλεσε σιτάρι (Παυσανίου, Λακωνικά). Κατά τη μυθική παράδοση ο Μύλης γέννησε τον Ευρώτα, ο Ευρώτας γέννησε τη Σπάρτη, η οποία παντρεύτηκε τον Λακεδαίμονα, το γιο του Δία και της Ταϋγέτης. Γιος του Λακεδαίμονα ήταν ο Αμύκλας, ο οποίος έκτισε την ομώνυμη πόλη, τις Αμύκλες.

Γύρω στο 2000 π.Χ. αρχίζει η μεγάλη μετανάστευση των ινδοευρωπαϊκών λαών. Στην Πελοπόννησο εγκαθίστανται με το όνομα Αχαιοί και στη Λακωνία ιδρύουν ένα από τα πιο σημαντικά κέντρα, τη Σπάρτη. Είναι η Σπάρτη του Ομήρου, του Μενελάου και της Ωραίας Ελένης, η Σπάρτη της μυκηναϊκής περιόδου, της πρωτοiστορίας. Ο κόσμος εκείνος, όλος ποίηση και γοητεία διασταυρώθηκε με τον προελληνικό κόσμο, τους Πελασγούς και συναντήθηκε με τον επίσης μεγάλο και αρχαιότερο πολιτισμό των Κρήτων, τον Μινωϊκό.

Αναφορικά με την προέλευση του ονόματος Σπάρτη, έχουν προταθεί πολλές ετυμολογίες, αλλά φαίνεται ως επικρατέστερη εκείνη σύμφωνα με την οποία προέρχεται από τον ομώνυμο θάμνο που φυτρώνει στην περιοχή, το "σπάρτο".

Η αχαϊκή Σπάρτη με τα πολυτελή ανάκτορα, που περιγράφει ο Όμηρος, δεν έχει εντοπισθεί οριστικά. Αρχαιολογικά ευρήματα από τη Μυκηναϊκή περίοδο (1600 - 1100π.Χ.) την τοποθετούν σε ύψωμα του Πάρνωνα, στην ανατολική όχθη του Ευρώτα, πέντε χιλιόμετρα Ν.Α. της Σπάρτης, θέση που λέγεται "Μενελάια", Τελευταία, σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα ενισχύουν την άποψη ότι η Σπάρτη των Αχαιών ήταν βορειότερα, στην Πελλάνα.

Στης Σπάρτης ήρθαν τα στενά πω'χει βαθειά φαράγγια και στο παλάτι πήγανε του δοξαστού Μενέλαου

...Σάστισαν όπως είδανε του βασιλιά το σπίτι, γιατί μια λάμψη χύνουνταν σα φεγγαριού, σαν ήλιου, παντού μες το ψηλόχτιστο παλάτι του Μενέλαου.

...Κι έπειτα πια σαν χόρτασαν καλά με φαγοπότι, είπε ο Τηλέμαχος στο γιό του Νέστορα, κοντά του σκύβοντας το κεφάλι του να μην ακούσουν άλλοι:

"Θάμαξε, γιέ του Νέστορα, πολυάκριβέ μου φίλε, τη λαμπεράδα του χαλκού, στ' αχόλαλο παλάτι, το κεχριμπάρι, το χρυσό, το φίλντισι, τ' ασήμι. Παρόμοιο θα' ναι σαν κι αυτό του Δία το Παλάτι. Πόσα αλογάριαστα κι αυτά! Να βλέπω μού 'ρθε ζάλη."